σεισμός


σεισμός
землетрясение

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σεισμός" в других словарях:

  • σεισμός — shaking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμός — Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισοστατικής ισορροπίας των μαζών, με σύγχρονη… …   Dictionary of Greek

  • σεισμός — ο 1. δόνηση της γης: Ηφαιστειογενής σεισμός. – Επίκεντρο του σεισμού. 2. σείσιμο, κούνημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεισμός — [сизмос] ουσ. а. землетрясение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σεισμοῖο — σεισμός shaking masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῖς — σεισμός shaking masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῖσι — σεισμός shaking masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῖσιν — σεισμός shaking masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοί — σεισμός shaking masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμοῦ — σεισμός shaking masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεισμούς — σεισμός shaking masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)